Image Image Image Image Image Image Image Image Image Image
Scroll to top

Top

No Comments

Δημοτικό Μουσείο «Θάλασσα» στην Αγία Νάπα

Δημοτικό Μουσείο «Θάλασσα» στην Αγία Νάπα

της Άντρης Τσιουτή

 

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Διατυπώνοντας την κεντρική οργανωτική ιδέα του κτιρίου, οι αρχιτέκτονες φαντάστηκαν «…ένα ποτάμι ανθρώπινο που ρέει διαρκώς μέσα και έξω από το κτίριο…»

 

Αρχιτέκτονες: Ζήνων και Χριστίνα Σιερεπεκλή

Ά βραβείο σε Παγκύπριο Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό, 1997

Μελέτη: Δεκέμβριος 1997-1999

Κατασκευή: Αύγουστος 2000-Νοέμβριος 2003

Τοποθεσία: επαρχία Αμμοχώστου, Κύπρος

Διακρίσεις: Κρατικό Βραβείο Αρχιτεκτονικής 2010,

Υποψηφιότητα για το βραβείο Ευρωπαϊκής Αρχιτεκτονικής Mies van der Rohe 2005

 

 

Ζητούμενα διαγωνισμού – Κεντρική ιδέα

Το έργο αποτελεί έμμεσο αποτέλεσμα της μελέτης που κέρδισε το πρώτο βραβείο στον Παγκύπριο Διαγωνισμό το 1997, που αρχικά ζητούσε ένα μουσείο με τέσσερις χώρους διαφορετικού περιεχομένου. Κατά την υλοποίηση της οριστικής μελέτης το πρόγραμμα εγκαταλείφθηκε, καθώς τέθηκε ως νέο ζητούμενο η μόνιμη φιλοξενία του «Κερύνεια ΙΙ», του πρώτου αντίγραφου του αρχαίου ναυάγιου της Κερύνειας (4ου αιώνα π.Χ.), που βρέθηκε στα βόρεια παράλια της Κύπρου το 1966.

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Στα πλαίσια του νέου προγράμματος, οι αρχιτέκτονες κλήθηκαν να ικανοποιήσουν τις νέες ανάγκες σε χώρους, διατηρώντας παράλληλα το αρχικό εξωτερικό κέλυφος του κτιρίου και τις βασικές συνθετικές τους αρχές. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, αναζήτησαν μια νέα κεντρική ιδέα, κατά την οποία ο εσωτερικός χώρος απελευθερώθηκε εντελώς από οριζόντια και κάθετα στοιχεία, για να αποδώσουν μια αίσθηση βυθού που θα προκαλούσε στον επισκέπτη την εντύπωση του επιπλέοντος θεατή, ταυτίζοντάς τον με τον δύτη, τη στιγμή που ανακάλυπτε το ναυάγιο. Η ιδέα προέκυψε από μια παιδική ζωγραφιά που δείχνει στο πάνω μέρος τον δύτη και το καράβι στο βυθό. Έτσι πάρθηκε η απόφαση να προσλαμβάνει κανείς το καράβι από ψηλά, όπως το είδε ο αείμνηστος δύτης Καριόλου, και μέσα από μια κάθοδο, σαν επιπλέων θεατής, να συλλαμβάνει το έκθεμα απ’ όλες του τις πλευρές.

Τοπογραφία – Θέση στον πολεοδομικό ιστό – Χωροθέτηση

H τοπογραφία του οικοπέδου διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη σύλληψη της κεντρικής ιδέας, καθώς βρίσκεται στο κέντρο της Αγίας Νάπας, σε γειτνίαση από τη μία με την οικιστική περιοχή του δήμου κι από την άλλη με τη δημόσια. Επιπλέον, η θέση του μουσείου αποτελεί σταυροδρόμι στον πολεοδομικό ιστό, όπου συναντώνται τρεις βασικές κατευθύνσεις:

α) η πορεία από το ιστορικό κέντρο προς το μουσείο

β) η πορεία από το μουσείο προς τη θάλασσα

γ) η πορεία προς την τουριστική ζώνη, στα ανατολικά

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Η βασική πορεία κίνησης στο κτίριο αποτελεί προέκταση των τριών αυτών κατευθύνσεων που διέπουν την πολεοδομική πραγματικότητα της Αγίας Νάπας. Στο σημείο συνάντησής τους τοποθετείται η στοά που οδηγεί στην είσοδο. Ως προς τη χωροθέτηση του κτιρίου, ο βασικός όγκος εκτείνεται κατά μήκος της νότιας πλευράς του οικοπέδου, εξασφαλίζοντας έτσι το άνοιγμα της κεντρικής αυλής – πλατείας προς το δημόσιο, εντείνοντας το διάλογο του εσωτερικού με τον εξωτερικό χώρο και δημιουργώντας πλάτη προς το οικιστικό και πιο ιδιωτικό τμήμα του δήμου.

Ακόμη το οικόπεδο βρίσκεται ελαφρώς βυθισμένο σε σχέση με τον κύριο άξονα κυκλοφορίας που βρίσκεται στα βόρεια. Μέσω του ομαλού βυθίσματος στη γη, το κτίριο διαμορφώνει μια μεγάλη αγκαλιά για τον επισκέπτη που τον υποδέχεται και του προκαλεί από την πρώτη στιγμή ένα αίσθημα οικειότητας και επιθυμίας να το εξερευνήσει. Με αυτά τα δεδομένα, η σύνθεση βασίστηκε στα γενεσιουργά στοιχεία του βυθίσματος και των συγκλίνουσων πορειών.

Ο Ζήνων Σιερεπεκλής αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Στην πρώτη μου επαφή με το γήπεδο ένιωσα  ότι όλες οι γύρωθεν κινησιακές δυνάμεις διέρχονταν αναγκαστικά από τον διαγώνιο άξονα που διατέμνει τον χώρο με κατεύθυνση από/προς βορειοδυτικά/νοτιοανατολικά. Απ’αυτή την πρώτη αίσθηση προέκυψε η κεντρική ιδέα της όλης οργάνωσης που ως βασικό ρυθμιστή έχει τη στοά, η οποία στο επίπεδο του ορόφου διαδραματίζει ρόλο ρυθμιστή και διανομέα όλων των κινήσεων στο εσωτερικό του μουσείου».

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Στην αστική κλίμακα, με το Μουσείο «Θάλασσα» οι αρχιτέκτονες διατυπώνουν έμπρακτα την άποψή τους ότι ο δημόσιος αστικός χώρος, ο εξωτερικός αλλά και ο εσωτερικός, που προκύπτει από μια νέα αρχιτεκτονική παρέμβαση, πρέπει αρχικά να βιώνεται σαν ένα δοχείο βέλτιστης χωρικής εμπειρίας, και να προσλαμβάνεται εμπειρικά ως δότης πνευματικής χαράς. Συνεπώς, οφείλει να είναι επικοινωνιακός και ελκυστικός, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τους ίδιους τους επισκέπτες του μουσείου μέχρι σήμερα.

Η σημασία του οικοδομήματος υπήρξε καθοριστική για την περιοχή, καθώς τοποθετήθηκε στον αντίποδα του τουριστικού χαρακτήρα της περιοχής της Αγίας Νάπας και αποτελεί πλέον σημαντικό πόλο έλξης πολιτιστικής αξίας.

Κτιριολογικό πρόγραμμα

Οι αρχιτέκτονες αντιμετώπισαν το Μουσείο ως ένα ενιαίο δοχείο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η όλη δράση. Κυρίαρχη θέση στη σύνθεση καταλαμβάνει ο βασικός εκθεσιακός χώρος, όπου εκτίθεται το «Κερύνεια ΙΙ». Ο όγκος αυτός συνδέεται  στη στάθμη του ορόφου με τους δευτερεύοντες χώρους της καφετέριας, της αίθουσας πολλαπλών και τον χώρο υποδοχής μέσω της “γέφυρας”, που βρίσκεται πάνω ακριβώς από τη στοά εισόδου.

Βασικό ζητούμενο του Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού ήταν να διατηρηθεί το νεοκλασικό κτίριο που αποτελούσε τμήμα του παλιού σχολείου. Με την πρώτη χάραξη της πορείας προς την είσοδο με τη στοά, προέκυψε ότι το υφιστάμενο κτίριο έπρεπε να ενσωματωθεί στην είσοδο του μουσείου και το χώρο διανομής.

 

06 © προσωπικό αρχείο Ζήνωνα Σιερεπεκλή, ιδία επεξεργασία

Τομή – διάγραμμα κινήσεων, © προσωπικό αρχείο Ζήνωνα Σιερεπεκλή, ιδία επεξεργασία

 

Πρόσβαση – Κίνηση

Με την πρόσβαση στο μουσείο από τον κεντρικό δρόμο, ο επισκέπτης “βυθίζεται” στην πλατεία μέσω της ράμπας και ακολουθώντας μια διαγώνια κίνηση κατευθύνεται προς την είσοδο, μέσω της στοάς. Εναλλακτικά, η πρόσβαση γίνεται άμεσα μέσω δύο αξόνων πεζοκίνησης χωρίς τη μεσολάβηση της πλατείας.

Με την είσοδο στο μουσείο η εσωτερική πορεία διαδέχεται την εξωτερική, σε μια συνεκτική σχέση μεταξύ τους.

Από τον χώρο υποδοχής γίνεται η ανάβαση στον όροφο, και μέσω του κόμβου διανέμονται οι πορείες προς τον χώρο έκθεσης, την αίθουσα πολλαπλών στα αριστερά ή την καφετέρια στα δεξιά.

 

© Άντρη Τσιουτή

Στοά, © Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Είσοδος, © Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Χώρος υποδοχής, © Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

“Γέφυρα” – κόμβος διανομής και καφετέρια © Άντρη Τσιουτή

 

 

Κίνηση στον βασικό χώρο έκθεσης

Για τη δημιουργία της «αίσθησης βυθού» και του «επιπλέοντος θεατή» που ανακαλύπτει το αρχαίο ναυάγιο, επιλέχθηκε η είσοδος του επισκέπτη στον χώρο από ψηλά, από τη στάθμη του ορόφου, και η χάραξη μιας καθοδικής, σπειροειδούς πορείας, κατά την οποία το έκθεμα προσλαμβάνεται από όλες του τις πλευρές. Με την είσοδό του στον χώρο, ο επισκέπτης αντικρίζει μια πλήρη και πανοπτική εικόνα που αποκαλύπτει τη θέα του καραβιού στο βάθος του βυθού, αλλά και κάθε διάσταση και λεπτομέρεια του χώρου: μια «ανοιχτή θάλασσα» ύψους τριών ορόφων. Η ιδέα ενισχύεται από την αρχική χωροθέτηση της εισόδου στον όροφο, που κατευθύνει τον επισκέπτη σε μια σπειροειδή κατάβαση – «κατάδυση» για να ανακαλύψει το καράβι και τα εκθέματα, εμπλουτιζόμενη με σημεία στάσης και θέασης, διαμορφώνοντας συνολικά μια έντονη κιναισθητική εμπειρία. Έτσι η κίνηση ανάγεται στο κυρίαρχο στοιχείο πρόσληψης και αντίληψης του κόσμου που περικλείεται στο κτιριακό κέλυφος.

Η κίνηση εξυπηρετείται από σκάλες, ράμπες, πλατύσκαλα, ραμπόσκαλες και ανισοϋψή επίπεδα. Κατεβαίνοντας ο θεατής έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το καράβι από διαφορετικές οπτικές γωνίες, σε μια διαδρομή που εμπλουτίζεται με πλήθος χωρικών ποιοτήτων, χωρίς να διακόπτεται η οπτική επαφή με το κεντρικό έκθεμα.

Ολοκληρώνοντας την περιπλάνηση, επανέρχεται στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε η πορεία του, με εναλλασσόμενες αναβάσεις, καταβάσεις, στάσεις. Η θέση αυτή έχει μια εποπτική θέση προς το καράβι και τα υπόλοιπα εκθέματα και αποτελεί την τελευταία στάση, σχεδόν στον άξονα πρύμνης-πλώρης του καραβιού, το οποίο τοποθετήθηκε συμβολικά στην κατεύθυνση προς την Κερύνεια. Σ’ αυτό το σημείο κλείνει ένας κύκλος, που σε σχέση με τις συντεταγμένες του χώρου ΧΥΖ είναι σπειροειδής. συνεπώς, μέσα από μια κάθοδο αλλά και μια άνοδο, σε μια σπειροειδή αλλά κυκλική πορεία, βλέπει τα πάντα και κυρίως το καράβι. Έτσι, επιβεβαιώνεται ότι η κίνηση αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της χωρικής οργάνωσης. Η συνθετική γραμμή του όλου συντελείται πάνω σε μια πορεία η οποία εναλλάσσεται με στάσεις και περιστρέφει τον θεατή γύρω από το κύριο έκθεμα: το καράβι.

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Λειτουργία

Το μουσείο διαιρείται σε έξι διαφορετικά επίπεδα. Από την υποδοχή ο επισκέπτης ανεβαίνει στον όροφο μέσω σκάλας και φτάνει στο χώρο διανομής των κινήσεων, ο οποίος βρίσκεται ακριβώς πάνω από τη στοά εισόδου, και λειτουργεί σαν γέφυρα ενοποίησης του παλιού σχολείου με το νέο κτίριο. Στα δυτικά αυτού του κόμβου αναπτύσσεται η αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, η οποία φιλοξενεί συνέδρια, διαλέξεις, σεμινάρια και περιοδικές εκθέσεις. Στα ανατολικά βρίσκεται η καφετέρια, με το παρασκευαστήριο στο ισόγειο. Ο χώρος διανομής οδηγεί προς τον χώρο της έκθεσης, από την οποία χωρίζεται μέσω μιας μεγάλης συρόμενης πόρτας, παρέχοντας τη δυνατότητα ανεξάρτητης λειτουργίας της αίθουσας πολλαπλών και της καφετέριας. Ο κεντρικός χώρος είναι ενιαίος και συγκροτείται από τρία επίπεδα καθόδου σε διαδοχή. Στο νότιο τμήμα της αίθουσας, πριν αρχίσει η κατάβαση, βρίσκεται ο χώρος οπτικοακουστικής πληροφόρησης για την κυπριακή ιστορία. Κατά τη διάρκεια της σπειροειδούς κατάβασης, παρεμβάλλονται σε δύο επίπεδα χώροι που φιλοξενούν παλαιοντολογικά εκθέματα από τη θαλάσσια ιστορία, ως σημεία στάσης για τον θεατή, που εμπλουτίζουν τη βασική του πορεία προς το καράβι. Τα εκθέματα φωτίζονται με οπτικές ίνες και εκτίθενται σε υποδαπέδιες γυάλινες προθήκες, σε συνήθεις προθήκες, αναρτώμενα από την οροφή ή ελεύθερα τοποθετημένα στο χώρο.

 

06 © προσωπικό αρχείο Ζήνωνα Σιερεπεκλή, ιδία επεξεργασία

Κάτοψη πρώτου ορόφου – κινήσεις © προσωπικό αρχείο Ζήνωνα Σιερεπεκλή, ιδία επεξεργασία 

Στο χαμηλότερο επίπεδο εκτίθεται το αντίγραφο του αρχαίου ναυαγίου και αντίγραφα αμφορέων, σε φυσικό έδαφος από άμμο θαλάσσης. Στην απόληξη του επιπέδου έκθεσης του καραβιού, ο θεατής μπορεί να περπατήσει σε γυάλινο δάπεδο, κάτω από το οποίο εκτίθεται αντίγραφο του αρχαίου ναυαγίου όπως ανακαλύφθηκε στο βυθό της Κερύνειας.

Μετά την περιπλάνηση στον κεντρικό χώρο, ο επισκέπτης κατευθύνεται προς τον υπόγειο εκθεσιακό χώρο, που φιλοξενεί το Μουσείο Θαλάσσιας Ζωής Τορναρίτη – Πιερίδη.

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Μορφολογικά χαρακτηριστικά

Ο δυναμικός και πρωτότυπος σχεδιασμός του Μουσείου «Θάλασσα» προσκαλεί τον επισκέπτη σε μια διαδραστική διαδικασία εξερεύνησης.

Η γενική μορφή προκύπτει από τη σύνθεση του βασικού όγκου, που περικλείει τον χώρο έκθεσης, με τους δευτερεύοντες όγκους της καφετέριας, της αίθουσας πολλαπλών δραστηριοτήτων και του χώρου υποδοχής: το διατηρητέο νεοκλασικό σχολείο με τη μικρή αίθουσα αρχείου. Τα καθαρά σχήματα των όγκων εξασφαλίζουν τη σαφή τους διάκριση και τη σύνθεσή τους ως ενιαίο σύνολο, με βασικό συντελεστή τον χώρο διανομής – “γέφυρα”.

Οι αρχιτέκτονες έδωσαν έμφαση στη δημιουργία μιας διαλεκτικής σχέσης του μέσα με το έξω, του μακρινού με το κοντινό, του κλειστού με το ανοιχτό. Από τη μία η αίθουσα πολλαπλών δραστηριοτήτων είναι εσωστρεφής, χωρίς ανοίγματα στην όψη, δίνοντας την αίσθηση του συμπαγούς όγκου. Αντίθετα, η καφετέρια ανοίγεται προς την κεντρική αυλή μέσω μιας μεγάλης τζαμαρίας που συνδιαλέγεται με τον υπαίθριο χώρο. Ο κύριος όγκος που περιέχει τα εκθέματα είναι ως επί το πλείστον κλειστός, με μετρημένη διείσδυση φωτός, λειτουργώντας εύστοχα ως «βυθός» κατάδυσης για τον επισκέπτη. Η διαλεκτική σχέση μακρινού – κοντινού διακρίνεται στις όψεις, που συντίθενται ως μια διαδοχή επιπέδων, σε διαφορετικές αποστάσεις από τον θεατή που τις παρατηρεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Υλικότητες

Η επιλογή των υλικών υπήρξε υψίστης σημασίας για τους αρχιτέκτονες, καθώς με τoν συνδυασμό τους ενισχύεται η εντύπωση βυθού που ήθελαν εξ αρχής να πετύχουν, ενώ ταυτόχρονα γίνεται μια συμβολική χρήση υλικοτήτων που συνδέονται με το αρχαίο ναυάγιο. Έχει γίνει συνδυασμός φυσικών υλικών, που δημιουργούν στον επισκέπτη την αίσθηση της φθοράς που προκαλεί το θαλάσσιο νερό: το μάρμαρο τραβερτίνο, διαβρωμένο από την αλμύρα, ο όνυχας, που με τη διαφάνειά του παραπέμπει στις αντανακλάσεις των υγρών στοιχείων, το ξύλο, ο χαλκός, τα χαλίκια, η οξειδωμένη λαμαρίνα.

Μέρος του όγκου της καφετέριας και τμήματα επιφανειών στην οροφή του βασικού εκθεσιακού χώρου έχουν επενδυθεί εξωτερικά με φύλλα χαλκού, υλικό που φθείρεται φυσικά και συμβάλλει με τη σειρά του στην αίσθηση φθοράς. Η χρήση του ξύλου για την επένδυση εσωτερικών και εξωτερικών επιφανειών, καθώς και τα ξύλινα στοιχεία στο εσωτερικό του κτιρίου, αποτελεί άμεση παραπομπή στο υλικό κατασκευής του καραβιού αλλά και στην έκθεση του ναυαγίου στο νερό. Χαρακτηριστικές είναι και οι έντονα χρωματισμένες επιφάνειες με μεσογειακά γαιώδη χρώματα: ώχρα και τερακότα για το εξωτερικό, λουλακί και κεραμιδί στους εσωτερικούς χώρους. Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνει ο μεγάλος εσωτερικός τοίχος σε κεραμιδί χρώμα, που συμπληρώνει την όλη πνευματικότητα.

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Φως

Ο ιδιαίτερος χειρισμός του φωτός, βασικό χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής του Σιερεπεκλή, ενισχύει αποφασιστικά τη χωρική εμπειρία στο μουσείο. Οι 6000 ελεύθερες οπτικές ίνες που τοποθετήθηκαν πάνω από τα πολυκαρβονικά φύλλα της οροφής υποβάλλουν την αίσθηση υποθαλάσσιας εμπειρίας δημιουργώντας μια αίσθηση γυαλάδας, που είναι μια μεταφορική εικόνα της θάλασσας όπως την βλέπει ο δύτης. Ο όνυχας στη βάση της επιμήκους, βόρειας πλευράς, επιτρέπει με την ημιδιαφάνεια του το φιλτράρισμα του φυσικού φωτός που εισέρχεται στον χώρο έκθεσης, ενώ συνειρμικά παραπέμπει στην υποθαλάσσια εικόνα. Το πάνω μέρος της ίδιας πλευράς έχει μικρά και στενά ανοίγματα, ενώ στη νότια δεν υπάρχουν καθόλου, αποτρέποντας την είσοδο της ηλιακής ακτινοβολίας στον εκθεσιακό χώρο.

Περιβάλλων χώρος – εξωτερικές διαμορφώσεις

Στον υπαίθριο χώρο του μουσείου κυριαρχεί η μεγάλη δημόσια πλατεία, που αποτελεί την πρώτη υποδοχή για τον επισκέπτη. Στα δυτικά του οικοπέδου σχεδιάστηκε το αμφιθέατρο που φιλοξενεί θερινές εκδηλώσεις του δήμου. Κάτω από τον χώρο αυτό, στη στάθμη ισογείου, αποκρύπτεται ο χώρος στάθμευσης.

Ο υπαίθριος χώρος εμπλουτίζεται με φύτευση από γκαζόν, χαλίκια που παραπέμπουν στη θάλασσα, φωτιστικά, πάγκους, καθώς και επιφάνειες από οξειδωμένη λαμαρίνα, ως άμεση αναφορά στη φθορά και το ναυάγιο.

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

Κατασκευή

Η κατασκευή του κτιρίου είναι σύμμεικτη, ως συνδυασμός μεταλλικών φέροντων στοιχείων με στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος. Μεγάλο μέρος του μεταλλικού φέροντος οργανισμού στο εσωτερικό είναι εμφανές, ενώ τα μεταλλικά υποστυλώματα στον χώρο έκθεσης ορίζουν την πορεία του επισκέπτη.

Η ανοιγόμενη οροφή

Η οροφή του κύριου εκθεσιακού χώρου έχει τη δυνατότητα να ανοίγει, συρόμενη πάνω σε οδηγούς που βρίσκονται στην κορυφή των πλευρικών τοίχων, έτσι ώστε να εξυπηρετείται η είσοδος και έξοδος του καραβιού στο μουσείο. Το εσωτερικό της αποτελείται από μια ενιαία επιφάνεια σύνθεσης παράλληλων πολυκαρβονικών φύλλων με διαφορετικούς συντελεστές διάχυσης του φωτός. Η όλη κατασκευή είναι ελεύθερη από οποιοδήποτε μηχανολογικό ή ηλεκτρολογικό στοιχείο.

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

06 © προσωπικό αρχείο Ζήνωνα Σιερεπεκλή, ιδία επεξεργασία

Διαμήκης τομή – ανοιχτή οροφή, © προσωπικό αρχείο Ζήνωνα Σιερεπεκλή, ιδία επεξεργασία

Το Μουσείο «Θάλασσα» αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα κτίρια της σύγχρονης κυπριακής αρχιτεκτονικής, με το οποίο οι αρχιτέκτονες απάντησαν επιτυχώς στην πρόκληση να συνθέσουν ένα ενιαίο δοχείο όπου εξελίσσεται η όλη δράση και που ταυτόχρονα συνδιαλέγεται αρμονικά με τον αστικό του περίγυρο. Παρασύροντας τον επισκέπτη σε ένα ταξίδι εξερεύνησης του «βυθού» και των εκθεμάτων του, το κτίριο φιλοξενεί με τον καλύτερο τρόπο το αντίγραφο του αρχαίου ναυαγίου της Κερύνειας, ενός εκ των πολυτιμότερων αρχαιολογικών ευρημάτων της Κύπρου.

 

© Άντρη Τσιουτή

© Άντρη Τσιουτή

 

Μουσειολογικός Σχεδιασμός: Δρ. Γιάννης Τουμαζής

Διεύθυνση: Ίδρυμα Θ. Πιερίδη, σε συνεργασία με το Ελληνικό Ινστιτούτο Προστασίας της Ναυπηγικής Παράδοσης και το Ίδρυμα Θαλάσσιας Ζωής Τορναρίτη- Πιερίδη

Λειτουργία: Σεπτέμβριος 2005

Δαπάνη: 2.500.000 Λ.Κ.

 

 

Άντρη Τσιουτή

Απόφοιτη Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

Σημείωση: Το άρθρο βασίστηκε σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2011 στα πλαίσια του μαθήματος της Μορφολογίας στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Θερμές ευχαριστίες στον κύριο Ζήνωνα Σιερεπεκλή για την παραχώρηση υλικού.

Το άρθρο έχει δημοσιευτεί και στο Greekarchitects.gr

Submit a Comment