Image Image Image Image Image Image Image Image Image Image
Scroll to top

Top

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑΣ : Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΔΟΜΗΜΕΝΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑΣ : Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΔΟΜΗΜΕΝΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

του Σωκράτη Στρατή, Δρ.

Αναδημοσίευση*

 

Μια θέση: Ο προβληματισμός που διαμορφώνεται εστιάζεται στο κατά πόσο το τοπίο και κατ’επέκταση η τοπογραφία έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη χωροθέτηση δημοσίων κτιρίων στην περιφέρεια της Λευκωσίας και στις υπόλοιπες πόλεις της Κύπρου. Προτείνεται λοιπόν, μέσα από αυτό το κείμενο η χρήση της έννοιας της τοπογραφίας ως μέσο «ανάγνωσης» του χώρου μεταξύ αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας σε σχέση με τα δημόσια κτίρια.

 

Τοπολογικοί προβληματισμοί και το τοπίο της κυπριακής πόλης

Αναφερόμενοι στο τοπίο της κυπριακής πόλης και ιδιαίτερα στις αστικές περιφέρειες διαπιστώνεται ότι χαρακτηρίζεται από δύο μικροδιαδικασίες: Είναι πρώτα, οι μηχανισμοί ανάπτυξης της ιδιωτικής μικρό-ιδιοκτησίας και δεύτερο, οι μηχανισμοί ανάπτυξης της κυβερνητικής ιδιοκτησίας έτσι όπως κληρονομήθηκαν από την Οθωμανική και Αγγλική κυριαρχία.  Το συγκεκριμένο σκεπτικό επικεντρώνεται στις περιφέρειες των κυπριακών πόλεων που είναι αποτέλεσμα ενσωμάτωσης αγροτικών περιοχών στα αστικά σύνολα. Μια ενσωμάτωση που φέρνει τους αστικούς μηχανισμούς ιδιωτικής και δημόσιας ανάπτυξης να συνυπάρχουν και να επηρεάζονται από παλαιότερους αγροτικούς μηχανισμούς διάθεσης καλλιεργήσιμης γης. Η σημασία αυτής της επαλληλίας ή περισσότερο υβριδοποίησης μηχανισμών είναι και το σημείο που θα επικεντρωθεί το  κείμενο για να τονιστεί κάτι ιδιαίτερο που συμβαίνει στις κυπριακές πόλεις.

Οι σχέσεις ιδιωτικής και δημόσιας γης μεταβάλλονται ανάλογα με το ποιος είχε την κυριαρχία του νησιού. Με τον ερχομό νέων κατακτητών ιδιωτικές περιουσίες και προνόμια περνούσαν στους νέους κυριάρχους. Η υφιστάμενη σχέση μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας γης βασίζεται πάνω σε νόμους και κανονισμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Οθωμανικός Κώδικας Γαιών, 1857, και στην ίδρυση του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας το 1858) [1]  και της Αγγλικής Αποικιοκρατίας (Γενική Χωρομετρία της Κύπρου, 1929). Σε μια αγροτική κοινωνία όπως η κυπριακή στα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου ο χαρακτηρισμός ιδιωτικής και μη ιδιωτικής γης είχε άμεση σχέση με τις δυνατότητες αγροτικής ανάπτυξης της. Καλλιεργήσιμες εκτάσεις πέρασαν σιγά-σιγά στους ιδιώτες μέσα από θεσμοθετημένους μηχανισμούς με σκοπό την αγροτική τους ανάπτυξη και στη συνέχεια φορολόγηση τους από το «Κράτος». Μια κατηγορία από τη σημερινή δημόσια ιδιοκτησία είναι αυτή που δεν είχε άμεσες δυνατότητες αγροτικής ανάπτυξης και έμενε χωρίς ιδιοκτήτη. Συνήθως, η μη καλλιεργήσιμη γη καθοριζόταν από τα χαρακτηριστικά του εδάφους: απότομες πλαγιές βουνών ή λόφων, άγονες περιοχές με σκληρά ασβεστολιθικά πετρώματα («καφκάλλες», στην κυπριακή διάλεκτο), κοίτες ποταμών, βάλτοι, κτλ. Η συγκεκριμένη κατηγορία ονομάστηκε στον Οθωμανικό Κώδικα περί Γαιών ως «Αrazi Mevat», και από τους Άγγλους «Dead Land», «Hali Land»,(έρημη γη) [2]. Σήμερα είναι γνωστή ως Χαλίτικη γη και υπάρχει σε αρκετές περιοχές στις περιφέρειες των κυπριακών πόλεων.

Όσο αφορά τις καλλιεργήσιμες ιδιωτικές εκτάσεις, αυτές περνούν από γενιά σε γενιά, μέσα από μια διαδικασία κατάτμησης. Μια διαδικασία που δημιουργεί όλο και πιο μικρά τεμάχια – ακόμα μικρότερα όσο πλησιάζει κανείς σε κατοικημένες περιοχές. Κατά τη δεκαετία του 1960 οι ιδιωτικές εκτάσεις μπαίνουν σε μια άλλη διαδικασία κατάτμησης, αυτή της οικοπεδοποίησης και της εισόδου τους στη αγορά ακινήτων. Ένα μοντέλο ανάπτυξης που συμβαίνει σε πολλές μεσογειακές πόλεις, ιδιαίτερα στην Ελλάδα και Ιταλία (η διάσπαρτη πόλη – la cita diffusa). Στην Κύπρο όμως, η αγγλική επιρροή και οι αναφορές σε αστικά επιτεύγματα όπως η «πράσινη αγγλοσαξονική πόλη» αλλά και πολύ αργότερα η νέα πόλη Milton Keynes (δεκαετία του 60), με απόλυτη προτεραιότητα στο σχεδιασμό στη χρήση του ιδιωτικού αυτοκινήτου, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ομοιογενούς αστικού τοπίου στις περιφέρειες των πόλεων με ιδίου μεγέθους δρόμους, με αναπτύξεις μέσα στη λογική του πανταχόθεν ελεύθερου συστήματος.

Αυτή η διαδικασία παραγωγής ομοιογενοποιημένου τοπίου επεκτείνεται συνεχώς μέσα σε αγροτικές περιοχές ενσωματώνοντας στην υπό ανάπτυξη πόλη πρώην καλλιεργήσιμες αλλά και μη καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Όσο αφορά τις μη καλλιεργήσιμες εκτάσεις που εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία των «χαλίτικων» διαδραματίζουν ένα διαφορετικό ρόλο όταν ενσωματώνονται στον αστικό ιστό που επεκτείνεται (μικροδιαδικασία αστικής ανάπτυξης της δημόσιας γης): γίνονται οι πιο εύκολες και ανώδυνες περιοχές ευκαιριακής χωροθέτησης δημοσίων χρήσεων, χωρίς ανάγκη απαλλοτρίωσης ιδιωτικής γης ή οποιουδήποτε αστικού προγραμματισμού. Πολλές φορές, στην απουσία γενικής χωροθετικής πολιτικής – αφού τα Σχέδια Ανάπτυξης των πόλεων της Κύπρου εφαρμόζονται μόλις στο τέλος της δεκαετίας του 1980 αρχές του 1990 – τα «χαλίτικα» γίνονται περιοχές χωροθέτησης δημόσιων σχολείων, προσφυγικών οικισμών το 1974, πολιτιστικών κέντρων, κυβερνητικών γραφείων, πάρκων, κτλ.

Με λίγα λόγια, τα χαρακτηριστικά του φυσικού τοπίου, με έμμεσο τρόπο αλλά καθοριστικό, παράγουν ένα είδος σχέσης μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής γης μέσα στις πόλεις. Σχέσεις, που πολλοί χαρακτηρίζουν ως μη «ορθολογιστικές», αλλά σχέσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «τοπολογικές».


Image 002, © Αρχείο Σωκράτη Στρατή

Image 002, © Αρχείο Σωκράτη Στρατή

 

Η ανατομία ενός Λευκωσιάτικου τοπογραφικού «ρήγματος» και οι αστικές και αρχιτεκτονικές προεκτάσεις του

Ένα τοπογραφικό «ρήγμα» διασχίζει την νότια περιφέρεια της Λευκωσίας από ανατολικά προς δυτικά (μια τοπογραφική πτύχωση) [3]. (εικόνες 002, 004, map01) Διασχίζει λοιπόν, τα πρώην προάστια της πόλης που τώρα έχουν ενσωματωθεί στο ευρύτερο αστικό σύνολο: το Δήμο Αγλαντζιάς στα ανατολικά και το Δήμο Στροβόλου στα δυτικά. Το «ρήγμα» χαρακτηρίζεται από σκληρά επιφανειακά ασβεστιογενή πετρώματα («καφκάλλα»), και από μια συνεχή μεταβαλλόμενη υψομετρική διαφορά μεταξύ του πάνω και κάτω πλατώματος. Μια διαφορά που σε ορισμένες περιπτώσεις ανέρχεται στα 5-10 μέτρα. Το «ρήγμα» αυτό, αρχικά δημόσια γη («χαλίτικο»), έγινε μια επιμήκης ζώνη χωροθέτησης δημόσιων και κοινωφελών χρήσεων. Το πλάτος της δημόσιας γης κατά μήκος του ρήγματος αυξομειώνεται. Σε κάποιες περιπτώσεις περιορίζεται σε στενούς διαδρόμους και σε άλλες περιπτώσεις διευρύνεται σε πλατώματα στο πάνω ή στο κάτω επίπεδο του ρήγματος.

Ξεκινώντας από το Δήμο Αγλαντζιάς στα νότιο-ανατολικά της πόλης συναντά κανείς τις πιο κάτω χρήσεις: το Δάσος της «Αθαλάσσας», τη νέα πανεπιστημιούπολη με τα κτίρια των σχολών, τον προσφυγικό οικισμό «Πλατύ», ένα πολιτιστικό κέντρο με το όνομα «Σκαλί» [4], ένα οργανωμένο οικισμό Δημοσίων Υπαλλήλων. Στη συνέχεια, προς δυτικά, βρίσκεται η  Ξενοδοχειακή Σχολή και το Συνεδριακό Κέντρο της Λευκωσίας στο πάνω μέρος του ρήγματος και το Δάσος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας στο κάτω μέρος του με μέρος των εγκαταστάσεων του Πανεπιστημίου Κύπρου.  Πιο νότια, στις παρυφές του πάνω μέρος του ρήγματος βρίσκεται μια έκταση στρατιωτικών και αστυνομικών εγκαταστάσεων καθώς επίσης και το κτίριο του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου. Συνεχίζοντας προς δυτικά συναντούμε τα κεντρικά γραφεία της Δημόσιας Αρχής Τηλεπικοινωνιών, δημόσια σχολεία και πάρκα, ένα νοσοκομείο. Καταλήγοντας στην κοίτη του ποταμού Πεδιαίου βρίσκει κανείς και το Προεδρικό Μέγαρο με τους χώρους πρασίνου που το περιβάλλουν.

Image 004, © Αρχείο Σωκράτη Στρατή

Image 004, © Αρχείο Σωκράτη Στρατή

Μια εκπληκτική αναρίθμηση δημοσίων αρχιτεκτονικών έργων με μεγάλη αστική σημασία που μεταμορφώνουν το τοπολογικό «ρήγμα» στο μεγαλύτερο μήκος του και το μεταμορφώνουν σε αστικό. Μετατρέπεται δηλαδή σε μια δημόσια τομή ενός ιδιωτικού ομοιογενή ιστού της πόλης της Λευκωσίας.  Αυτό που είναι σημαντικό να τονιστεί είναι ότι οι χρήστες της πόλης, που το διασταυρώνουν καθημερινά σε πολλά σημεία, δεν έχουν συνειδητοποιήσει την έκταση και ακόμα περισσότερο την οντότητα αυτού του «ρήγματος». Ακόμα περισσότερο, δεν έχει καταγραφεί / εντοπιστεί από τα Πολεοδομικά Σχέδια Ανάπτυξης. Είναι ένα μεγάλης κλίμακας μόρφωμα που έχει προκύψει από τις μικρό-διαδικασίες που ήδη περιγράφηκαν.

 

Τοπογραφία και αρχιτεκτονική δημοσίων κτιρίων στην κυπριακή πόλη

Από τη στιγμή που η κινητήρια δύναμη χωροθέτησης των δημοσίων κτιρίων μέσα σ’ένα ομοιογενές ιδιωτικό αστικό τοπίο είναι αυτό της τοπογραφίας, μπορεί η ίδια η τοπογραφία να χρησιμοποιηθεί ως μία από τις γενεσιουργές δυνάμεις παραγωγής της ίδιας της αρχιτεκτονικής των δημοσίων κτιρίων;

 

Χρήση της έννοιας της τοπογραφίας μέσα από προτάσεις σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς στο Λευκωσιάτικο ρήγμα

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να ανατρέξει κανείς στις προτάσεις που έγιναν μέσα από αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς σε διαφορετικές χρονικές περιόδους μέσα στο δημόσιο «ρήγμα»:

Διεθνής διαγωνισμός ιδεών για την ανέγερση της πανεπιστημιούπολης (αρχές 1990), Πολιτιστικό Κέντρο «Σκαλί» (αρχές 1990), οικισμός Δημοσίων Υπαλλήλων (τέλη 1970), Πάρκο Ακροπόλεως (αρχές 1990). Για τους σκοπούς αυτού του κειμένου γίνεται επιγραμματική αναφορά σε δύο παραδείγματα, από δύο διαγωνισμούς.  Το πρώτο παράδειγμα αφορά το υλοποιημένο βραβείο του Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού για την ανέγερση του πολιτιστικού κέντρου «Σκαλί». Το δεύτερο παράδειγμα αφορά το τρίτο βραβείο στο Διεθνή Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό Ιδεών για την ανέγερση της πανεπιστημιούπολης του πανεπιστημίου Κύπρου, στον οποίο ο υπογράφων έχει αναμειχθεί ως συμμετέχων. Αναφορά γίνεται επίσης την πρόσφατη πρόταση του αρχιτέκτονα Jean Nouvel για τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου στην πανεπιστημιούπολη μέσα στο Λευκωσιάτικο ρήγμα.

Στην περίπτωση του Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού για την ανέγερση του πολιτιστικού κέντρου «Σκαλί» [5], η αρχιτεκτονική πρόταση που βραβεύτηκε και υλοποιήθηκε, ενσωματώνεται στην υψομετρική διαφορά του ρήγματος και γίνεται μια τοπογραφική διαφοροποίηση.  Τα φυσικά χαρακτηριστικά του δημοσίου «ρήγματος» στο συγκεκριμένο σημείο – υψομετρική διαφορά, λαξευμένοι χώροι μέσα στο βράχο, η άγρια υφή του βράχου – γίνονται χαρακτηριστικά της πρότασης. Το κτίριο μ΄ένα υπαίθριο αμφιθέατρο, εκθεσιακό χώρο και καφετέρια, δημιουργεί ένα ενδιάμεσο πλάτωμα κάτω από το οποίο οργανώνεται ο εσωτερικός χώρος. Αυτό το ενδιάμεσο πλάτωμα συνδέει το πάνω με το κάτω πλάτωμα του ρήγματος.

Στη συνέχεια, γίνεται αναφορά στο 3ο βραβείο μέσα στα πλαίσια του Διεθνή Διαγωνισμού για την ανέγερση της Πανεπιστημιούπολης του Πανεπιστημίου Κύπρου [6]. Η βασική ιδέα της συγκεκριμένης πρότασης στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό εγγράφεται σε μια συστημική αντιμετώπιση του τοπίου ορίζοντας έτσι αρχιτεκτονικά συστήματα που αναπαράγουν χαρακτηριστικά του. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη μετάφραση του υπάρχοντος τοπίου της περιοχής και την εισαγωγή του στην οργάνωση της πανεπιστημιούπολης. Η λογική της τοπογραφίας μέσα στη συγκεκριμένη πρόταση επεκτείνεται λοιπόν, και καθορίζει όχι μόνο την αρχιτεκτονική των κτιρίων της πανεπιστημιούπολης αλλά πολύ περισσότερο την ίδια τη δομή της.

Για τους σκοπούς του κειμένου γίνεται αναφορά στην πρόταση του αρχιτέκτονα Jean Nouvel για τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου στην υπό ανέγερση πανεπιστημιούπολη μέσα στο Λευκωσιάτικο ρήγμα όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Ο συγκεκριμένος αρχιτέκτονας κλήθηκε να σχεδιάσει μια βιβλιοθήκη μέσα σε μια πανεπιστημιούπολη της οποίας η υποδομή σχεδιάστηκε από ένα αγγλικό οίκο βασισμένη σ΄ένα ομοιογενή διαχωρισμό τεμαχίων και δρόμων. Η πρόταση του Jean Nouvel που παρουσιάστηκε στη Λευκωσία, κλωνοποιεί τα χαρακτηριστικά των εντυπωσιακών μικρό–οροπεδίων που βρίσκονται στην περιοχή κατά μήκος του «ρήγματος». Προτείνει λοιπόν, τη χωροθέτηση ενός τοπογραφήματος, ενός τεχνητού μικρό–οροπεδίου μέσα στον ομοιογενή ιστό της πανεπιστημιούπολης. Ένας ακόμα τρόπος μετάφρασης και μεταφοράς των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου τοπίου.

Map-01-MappingTheUsesAlongTheTopographicalFold, © Αρχείο Σωκράτη Στρατή

Map-01-MappingTheUsesAlongTheTopographicalFold, © Αρχείο Σωκράτη Στρατή

Τρεις κατευθύνσεις για τις σχέσεις μεταξύ αρχιτεκτονικής και πόλης

Μέσα από το συγκεκριμένο κείμενο για την ανατομία του δημοσίου «ρήγματος» στη Λευκωσία, προτείνονται τρεις βασικές κατευθύνσεις για τη σχέση μεταξύ αρχιτεκτονικής και πόλης:

-Πρώτα, η πιθανότητα οριζόντιας ανάγνωσης πόλης και αρχιτεκτονήματος αποφεύγοντας αποσπασματικές θεωρήσεις είτε μέσα στην αρχιτεκτονική είτε μέσα στην πολεοδομία.

-Η δεύτερη κατεύθυνση αναφέρεται σε ένα τρόπο διαμόρφωσης δημόσιας αρχιτεκτονικής άμεσα συνδεδεμένο με τις διαδικασίες παραγωγής της κυπριακής πόλης αλλά παράλληλα αναζητώντας αναφορές μέσα από τη μεγάλη οικογένεια της αρχιτεκτονικής.

-Η τρίτη κατεύθυνση αφορά την πολιτική πτυχή της ανέγερσης δημοσίων κτιρίων και των συμβολικών αναφορών τους στο υπό διαμόρφωση κυπριακό κράτος. Ένα κράτος που χρειάζεται επειγόντως να αναζητήσει συμβολικές πολιτικές αναφορές πέραν των μέχρι τώρα εθνοκεντρικών πλαισίων, (αναφέρομαι και στις δύο κοινότητες).

 

Δρ. Σωκράτης Στρατής

Αρχιτέκτονας, Πολεοδόμος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Αρχιτεκτονικής, Πανεπιστήμιο Κύπρου

 

 

[1] Χρ. Μαρκίδης, «Ιστορική Ανασκόπηση και Κτηματολογικές Διαδικασίες 1857-1990», εκδόσεις Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Λευκωσία, 1991, σελ. 212.

[2] Χρ. Μαρκίδης, σελ. 54.

[3] Τέτοια «ρήγματα» υπάρχουν και στις υπόλοιπες πόλεις της Κύπρου- ιδιαίτερα στην Πάφο. Στις παραλιακές πόλεις υπάρχει ακόμα ένα είδος δημόσιας ζώνης μεταξύ πόλης και θάλασσας που αναπτύσσεται με την ίδια λογική.

[4] Ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς τις τοπολογικές ρίζες των τοπωνυμίων των περιοχών γύρω από το ρήγμα (πχ. Σκαλί, Πλατύ)

[5] Αρχιτέκτονες έργου: Ιωακείμ, Λοϊζάς

[6]  Αρχιτέκτονες έργου Σωκράτης Στρατής, σύμβουλοι: Αλέξανδρος Τομπάζης-αρχιτέκτονας, Μαρία Λοϊζίδου-εικαστικός

 

 

* Προηγούμενες Δημοσιεύσεις :

1. Στα ελληνικά στα Αρχιτεκτονικά Θέματα σε αφιέρωμα για τη Σύγχρονη Αρχιτεκτονική στην Κύπρο, επιμέλεια του ιδίου, (2007) σελ. 58-129

2. Στα ελληνικά και στα αγγλικά: “Looking at European architecture: a critical view”, σελ. 91-99, επιμέλεια των Sylvie Lemaire, Christophe Pourtois, Caroline Vermeulen, CIVA, Bruxelles, (2008)

Click to access the login or register cheese