Image Image Image Image Image Image Image Image Image Image
Scroll to top

Top

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΝΑΟΔΟΜΙΑ: ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝ – ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ Η ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΝΑΟΔΟΜΙΑ: ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝ – ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ Η ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;

 

του Γιάννη Αγησιλάου, Αρχιτέκτονα

 

Ανοίγοντας κανείς ένα βιβλίο ιστορίας της αρχιτεκτονικής, μέχρι και τον 19ο αιώνα θα διαπιστώσει ότι τα πλείστα από τα έργα που παρουσιάζονται αποτελούν λατρευτικούς χώρους. Αντιθέτως, όσο πλησιάζουμε προς τον 20ο και 21ο αιώνα, οι λατρευτικοί χώροι είναι ελάχιστοι και σίγουρα δεν αποτελούν τα σημαντικότερα κτίρια αναφοράς.  Αν στη Χριστιανική δύση μπορεί κανείς ακόμα και σήμερα να εντοπίσει κάποια αξιόλογα αρχιτεκτονικά έργα που η χρήση τους έχει να κάμει με αυτό που ονομάζουμε εκκλησία, στη Χριστιανική ανατολή τα αξιόλογα αρχιτεκτονικά έργα αυτού του είδους είναι σχεδόν ανύπαρκτα.

Η ανατολική ορθόδοξη εκκλησία, ή τουλάχιστον η ελλαδική και κυπριακή εκκλησία, έχουν υιοθετήσει εδώ και δεκαετίες (μετά από κάποιους ίσως πειραματισμούς) τη στείρα αντιγραφή παλαιότερων προτύπων, χωρίς ουσιαστική προσπάθεια επαφής με τη σύγχρονη εποχή.  Η μόνη σχέση που μπορούν να έχουν οι νέες εκκλησίες που κτίζονται σήμερα με την εποχή μας είναι το υλικό δομής (οπλισμένο σκυρόδεμα), καθιστώντας όμως έτσι το πρόβλημα ακόμα πιο οξύ, εφόσον η μορφή ουδεμία σχέση έχει πλέον με την κατασκευή και τη δομή του κτίσματος.  Μορφή και κατασκευή αποτελούν δυο εντελώς ξένες και ασυμβίβαστες μεταξύ τους παραμέτρους στην αρχιτεκτονική των σύγχρονων εκκλησιών, κάτι που τις διαφοροποιεί (και τις αποκόπτει) από τα παλαιότερα πρότυπα τα οποία προσπαθούν να αντιγράψουν.

 

Το θέμα του σχεδιασμού μιας εκκλησίας πάντοτε με απασχολούσε.  Ήταν, ας το πούμε, η πρόκληση να σχεδιάσεις ως αρχιτέκτονας έναν χώρο όπου κυρίαρχο δεν θα είναι το κτιριολογικό πρόγραμμα (που σε μια εκκλησία είναι σχετικά απλό, συγκρινόμενο με ενός οποιοδήποτε άλλου δημοσίου κτιρίου), αλλά η παράμετρος εκείνη της αρχιτεκτονικής που την καθιστά κατ’ εξοχήν πνευματικό έργο, τέχνη στον ύψιστο βαθμό, και που έχει να κάμει με τον συμβολισμό, τη μεταφυσική διάσταση του χώρου, την ποίηση, το υπερβατικό.

Στην τρέχουσα αντίληψη ένα έργο (είτε πρόκειται γι’ αρχιτεκτονική, είτε για ζωγραφική, είτε για γλυπτική, ή για οποιαδήποτε άλλη δημιουργία) θεωρείται αξιόλογο αν φέρει πάνω του τη σφραγίδα του νέου.  Η πρωτοτυπία είναι σχεδόν συνώνυμη του καινοφανούς, ακόμα και του ριζοσπαστικού, έτσι που για τον σύγχρονο δημιουργό η αναζήτηση του νέου να γίνεται σχεδόν αυτοσκοπός.  Αυτή η αγωνία αποτυπώνεται και πάνω στα κτίρια –εφόσον μιλάμε γι’ αρχιτεκτονική- έτσι που πολλά κτίρια να εκφράζουν σήμερα ανησυχία και αγωνία, ή πάλι, πιο συχνά, να γίνονται κραυγαλέα και επιδεικτικά.

 

Η έννοια της πρωτοτυπίας σε παλαιότερες εποχές είχε εντελώς διαφορετική σημασία από τη σημερινή.  Ο κάθε δημιουργός, ο κάθε αρχιτέκτονας ή πρωτομάστορας, εκείνο που είχε να κάμει ήταν, αφού πρώτα μάθει πολύ καλά την τέχνη του, αφού την κατακτήσει και την αφομοιώσει σε βαθμό που να του γίνει σχεδόν υποστασιακή, στη συνέχεια να βελτιώσει, έστω κατά ελάχιστον, αυτό που του έχει παραδοθεί.  Η πρωτοτυπία ήταν να ζωοποιεί το αρχέτυπο, να το προσαρμόζει στη δική του εποχή, έτσι ώστε αυτό να αναγεννιέται μέσα από τις νέες κατασκευαστικές και τεχνικές δυνατότητες, να το εξελίσσει και να το βελτιώνει –αν ήταν άξιος και πραγματικά πρωτότυπος- και όχι να το αναπαραγάγει σαν να ήταν μία νεκρή μορφή.

Αν θέλουμε αυτό να το μεταφέρουμε στην εποχή μας, ένας αρχιτέκτονας μπορεί να είναι πραγματικά πρωτότυπος και να εξυπηρετεί απόλυτα το πνεύμα και την ουσία της χριστιανικής ορθόδοξης εκκλησίας, όχι δημιουργώντας κάτι το καινοφανές, ούτε βέβαια αντιγράφοντας τα παλιά, αλλά ζωοποιώντας και αναβαπτίζοντας με τη δημιουργική του δύναμη (και πνοή) το αρχέτυπο (ή τα αρχέτυπα) αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ορθόδοξη εκκλησιαστική αρχιτεκτονική.

 

Και το αμέσως επόμενο ερώτημα:

Ποιο είναι αυτό το αρχέτυπο ή αρχέτυπα;  Υπάρχει όντως κάτι τέτοιο, μια υπερ-ουσία που να στέκει πάνω από τις μορφές, τα υλικά, τις μεθόδους κατασκευής, την ίδια την (αρχιτεκτονική) γλώσσα κάθε εποχής;

Από τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια μέχρι και το τέλος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ακόμα και επί τουρκοκρατίας, υπήρχαν στην αρχιτεκτονική των εκκλησιών δύο βασικές τάσεις:

  1. Οι δρομικοί ναοί, όπου τονίζεται ο κεντρικός άξονας και η πορεία προς το θυσιαστήριο (Αγία Τράπεζα).
  2. Οι περίκεντροι ναοί, όπου ο χώρος οργανώνεται γύρω από ένα κέντρο.

Όλη η εξέλιξη της ναοδομίας έχει να κάμει με αυτές τις δύο τάσεις, οι οποίες εξελίσσοντο παράλληλα, αλλά, πολλές φορές, συναντιούνταν και διασταυρώνονταν μεταξύ τους, ανανεώνοντας και εμπλουτίζοντας συνεχώς την αρχιτεκτονική των εκκλησιών με νέα παραδείγματα.

 

Πολύ συνοπτικά, θα μπορούσαμε επί του θέματος να πούμε τα ακόλουθα:

Στον αρχαϊκότερο τύπο της τρίκλιτης ή πεντάκλιτης βασιλικής (δρομικού ναού), κάποια στιγμή προστίθεται το εγκάρσιο κλίτος, το οποίο εξυπηρετεί τόσο τον καθορισμό ενός κέντρου (όπως αυτό ορίζεται από τους δύο κάθετους άξονες), αλλά και συμβολικά, ορίζει το σχήμα του σταυρού, το σημαντικότερο και σπουδαιότερο σύμβολο της νέας θρησκείας.

Πάνω στη συμβολή των δύο αξόνων, στο κέντρο του ναού, κάποια στιγμή προστίθεται ο τρούλος, ο οποίος ορίζει τον τρίτο (κατακόρυφο) άξονα.  Έτσι υλοποιείται στον χώρο συμβολικά, με τον πλέον εκφραστικό και παραστατικό τρόπο, ένα (μυστηριακό) σημείο, όπου συναντούνται τα επίγεια με τα επουράνια.  Το πρώτο (κι ίσως αξεπέραστο) τέτοιο παράδειγμα είναι η Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, όπου συνδυάζεται ο τύπος του δρομικού ναού (τρίκλιτης βασιλικής) και του περίκεντρου κτιρίου (ιδιαίτερα διευρυμένο το κεντρικό κλίτος – τρούλος στη συμβολή των δύο αξόνων).

Ενώ μοιάζει ο τύπος αυτός του ναού να έχει φτάσει στην τελειότητά του, μέσα από τον συνδυασμό των δύο τύπων λατρευτικών κτισμάτων (δρομικού και περίκεντρου), η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική δεν μένει στάσιμη, αλλά συνεχίζει να εξελίσσεται, λαμβάνοντας νέες ερμηνείες και νέα σύμβολα.  Η αναζήτηση οδηγεί εξελικτικά στους σταυροειδείς εγγεγραμμένους ναούς, όπου ένας σταυρός (που ορίζεται από τους τέσσερις κεντρικούς κίονες ή πεσσούς) εγγράφεται σε ένα τετράγωνο (σύμβολο της γης).  Πάνω στη συμβολή των δύο αξόνων (σταυρού) στέκει ο τρούλος (σύμβολο του ουρανού), ο οποίος εδράζεται πάνω στους τέσσερις κίονες ή πεσσούς.

 

Οι πολιτικές συνθήκες, οι οικονομικές δυνατότητες, η ευρωστία ή οι οικονομικοί περιορισμοί της εκάστοτε εποχής, η ανάγκη για δημιουργική έκφραση και εφαρμογή νέων κατακτήσεων στην οικοδομική, η τάση για ελάφρυνση των βαριών υλικών και χειρισμού του φωτός μέσα από την αύξηση των ανοιγμάτων, ανανέωναν και ζωοποιούσαν την αρχιτεκτονική έκφραση, μέσα σ’ ένα κοινό πνεύμα αρχετυπικών μορφών και προτύπων.

Η έννοια της συνέχειας και της ροής του χώρου, της πλαστικότητας των όγκων όπως αναδύονται και προβάλλουν μέσα από το φως, το ίδιο το φως ως δομικό στοιχείο του χώρου, το οποίο αποκτά και συμβολική σημασία (τονισμός του κεντρικού άξονα και του κεντρικού χώρου κάτω από τον τρούλο απ’ όπου το φως πηγάζει και διαχέεται σε όλο τον χώρο) είναι ουσιώδη χαρακτηριστικά και αποτελούν σημαντικά δομικά στοιχεία του ορθόδοξου ναού.

 

Μέσα από τα πιο πάνω (αξονικότητα, σταυρικό σχήμα, τονισμό του κατακόρυφου άξονα) προκύπτει ότι η έννοια της συμμετρίας αποτελεί βασικό συνθετικό στοιχείο ενός λατρευτικού χώρου, που θέλει ταυτόχρονα να συμβολίζει (σε μικρογραφία) τον κόσμο.  Η τάση και η αίσθηση του χώρου στη σημερινή εποχή, όπου η ανησυχία, η απόρριψη της συμμετρίας, η απόλυτη ελευθερία στην κάτοψη και τη χωρική διάταξη, η ανάλυση και αποδόμηση των δομικών στοιχείων του κτιρίου και η επανασύνθεσή τους σ’ ένα νέο (καινοφανές) σύνολο, η αγάπη για τις οξείες γωνίες, η πρόκληση ως αυτοσκοπός, δεν μπορούν να έχουν θέση σε μια εκκλησία.  Ένα ανήσυχο, αποδομητικό κτίριο, όπου η έννοια του κεντρικού άξονα που οδηγεί και συγκεντρώνει το μάτι (και την προσοχή) προς το θυσιαστήριο όπου τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι ανύπαρκτη, όπου τα δομικά στοιχεία του κτίσματος οδηγούν σε αποκέντρωση και διάλυση του χώρου παρά σε συγκέντρωση, δεν μπορεί απλά να είναι εκκλησία, όσο άψογα ή δεξιοτεχνικά σχεδιασμένο και αν είναι, όσο και αν αποτελεί «σπουδαίο αρχιτεκτονικό έργο».

 

Πεποίθησή μου είναι ότι αποτελεί αυταπάτη να θεωρούμε ότι μπορούμε μέσα από μια εντελώς εξπρεσιονιστική –εξατομικευμένη- έκφραση να αποτυπώσουμε την «εικόνα του κόσμου», χωρίς τη γλώσσα των συμβόλων και την ιερή κοσμολογία.  Στην αρχιτεκτονική των ναών ζητούμενο είναι η φανέρωση της ίδιας της οντολογικής αλήθειας, όπως αυτή μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από τον κόσμο των συμβόλων, τη φαντασία και τη νόησή μας.  Ακόμα και η Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, το πλέον γνωστό κτίριο λατρείας, τουλάχιστον στον ορθόδοξο κόσμο, που στην εποχή του ήταν ένα θαύμα μηχανικής επιστήμης, καινοτομιών, νέων εφαρμογών και εξώθησης των υλικών στα όρια των δυνατοτήτων τους, χρησιμοποιεί και ενσωματώνει βασικά αρχέτυπα χωρικής διάρθρωσης και οργάνωσης του χώρου που συναντούνται στην ιερή τέχνη και αρχιτεκτονική όλων των πολιτισμών (αξονικότητα – δρομικότητα, τονισμός του κεντρικού άξονα, καθορισμός ενός κέντρου).  Οπότε, και ο σύγχρονος αρχιτέκτονας, αν θέλει να παραμείνει στοχευμένος και να αποδώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ζητούμενο, εκείνο που καλείται να πράξει είναι να εκφράσει την ιερή αυτή κοσμολογία με σύγχρονη εικαστική/ αρχιτεκτονική γλώσσα, που να εναρμονίζει κατασκευή, υλικά, τεχνική και μορφές, αλλά και να αξιοποιεί τις τεχνικές και κατασκευαστικές δυνατότητες της εποχής μας, έτσι που να δώσει (αν είναι πραγματικά πρωτότυπος και έχει τη δύναμη της πρωτεϊκής δημιουργίας) νέες διαστάσεις στον χώρο, αδύνατες για παλαιότερες εποχές λόγω των περιορισμών του υλικού δομής – της πέτρας και του τούβλου.  Αυτή η επίμονη προσπάθεια των παλαιότερων αρχιτεκτόνων και πατέρων της εκκλησίας για ελάφρυνση της ύλης, για είσοδο του φωτός στο εσωτερικό του ναού, προσδίδοντας στο φυσικό και μεταφυσικό περιεχόμενο, η εποχή μας, ο 21ος αιώνας, έχει τον τρόπο και τις δυνατότητες να το πραγματώσει πολύ πιο εύκολα και αποτελεσματικά.  Όχι βέβαια αβασάνιστα.  Το φως και η συμβολική χρήση του φωτός είναι, κατά την άποψή μου, ο τομέας εκείνος όπου η σύγχρονη αρχιτεκτονική έχει (και μπορεί) να δώσει πολλά – αν όχι να ξεπεράσει, τουλάχιστον να αποδώσει το ίδιο πετυχημένα τη συμβολική διάσταση και σημασία που είχε στα καλύτερα παραδείγματα των παλιών βυζαντινών εκκλησιών.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο είναι από την εκκλησία Θείας Αναλήψεως και Αγίου Ιερομάρτυρος Φιλουμένου του Αγιοταφίτου της Εξαρχίας του Παναγίου Τάφου στην Κύπρο.

 

Δείτε το πλήρες άρθρο ΕΔΩ