Image Image Image Image Image Image Image Image Image Image
Scroll to top

Top

Οι ρυθμοί είναι αθώοι. Οι αρχιτέκτονες όχι.

Οι ρυθμοί είναι αθώοι. Οι αρχιτέκτονες όχι.
Nikos Patsavos

του Νίκου Πατσαβού

 

 

Το Κυπριακό Μουσείο χτες και σήμερα. Σύνθεση εικόνων από πρόσφατο δημοσίευμα στο http://www.archaiologia.gr/blog/2012/07/16/, ιστορικό ταχυδρομικό δελτάριο που υποδείχθηκε από τον Πέτρο Φωκαΐδη και βρίσκεται στο http://www.delcampe.net/page/item/id,287028827,var,Cyprus-Chypre-Museum-Nicosia-JP-FOscolo-1909-postcard,language,E.html και άποψη του κτιρίου από τον ιστότοπο του Υπουργείου Πολιτισμού.

Το Κυπριακό Μουσείο χτες και σήμερα. Σύνθεση εικόνων από πρόσφατο δημοσίευμα στο http://www.archaiologia.gr/blog/2012/07/16/, ιστορικό ταχυδρομικό δελτάριο που υποδείχθηκε από τον Πέτρο Φωκαΐδη και βρίσκεται στο http://www.delcampe.net/page/item/id,287028827,var,Cyprus-Chypre-Museum-Nicosia-JP-FOscolo-1909-postcard,language,E.html και άποψη του κτιρίου από τον ιστότοπο του Υπουργείου Πολιτισμού.

Το ζήτημα του Νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Κύπρου εκκρεμεί εδώ και καιρό. Μάλιστα, αρκετά πλέον χρόνια πριν, το ενημερωτικό δελτίο του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Κύπρου είχε φιλοξενήσει σχετικό αφιέρωμα όπου, μεταξύ άλλων, τέθηκαν με τρόπο συστηματικό σημαντικά θέματα όπως «η διαδικασία σύνταξης και προκήρυξης του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, οι απόψεις του μουσειολόγου, οι απαιτήσεις του αρχαιολόγου-συντηρητή, οι θέσεις των πολεοδόμων για το ρόλο που πρέπει να επιτελεί ένα τέτοιο κτίριο σε μια πόλη και οι απόψεις για τους τρόπους ενσωμάτωσης πιθανών αρχαιολογικών ευρημάτων…» Όπως σχολιάζει ο Αρχιτέκτων και  Καθηγητής Κτιριολογίας και Μουσειολογίας Πάνος Τζώνος, τα κτίρια μουσείων οφείλουν να εξυπηρετούν τη συλλογή που στεγάζουν και τις κοινωνικές ανάγκες και αντιλήψεις της εποχής που τα παράγει. Το ζήτημα είναι ότι στην παρούσα πολιτισμική συνθήκη, “δεν αρκεί ένα μουσείο να είναι καλό, αλλά πρέπει να είναι μουσείο signé από μέλος του διεθνούς αρχιτεκτονικού star system”.1 Αυτό σημαίνει πως οι δύο αρχές που περιγράφηκαν παραπάνω έρχονται σε σύγκρουση. Πώς μπορεί να εξασφαλιστεί η μέγιστη εξυπηρέτηση της συλλογής (και των άλλων παράπλευρων λειτουργιών) ενός σύγχρονου μουσείου όταν αυτό που τελικά κάνει ένα ανάλογο κτίριο σήμερα να ξεχωρίζει είναι η ταύτισή του με το brand ενός αρχιτεκτονικού γραφείου με διεθνή προβολή; Το Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Κύπρου θα κριθεί ως προς την αποτελεσματικότητα διαχείρισης και προβολής της πολιτισμικής κληρονομιάς του νησιού ή ως προς τη βαρύτητα και φήμη του ονόματος που θα το υπογράψει; Επί της ουσίας, το θέμα που αναδεικνύεται είναι η σημασία των ιδεολογικών μεταβολών της έννοιας και της σημασίας του μουσείου στις μέρες μας σε σχέση με τις αντίστοιχες αντιλήψεις κατά τη φάση δημιουργίας του πρώτου “Κυπριακού Μουσείου” αρκετές δεκαετίες πριν. Ποιες ιδέες θα εκφράσει το Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Κύπρου και ποιες εξέφρασε ο προκάτοχός του, κτισμένος αρκετές δεκαετίες πριν;

 

Ο Νικόλαος Μπαλάνος και η αναστήλωση του Παρθενώνα. Σύνθεση εικόνων από τον ιστότοπο του ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού, στο http://www.ysma.gr.

Ο Νικόλαος Μπαλάνος και η αναστήλωση του Παρθενώνα. Σύνθεση εικόνων από τον ιστότοπο του ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού, στο http://www.ysma.gr.

Το υπάρχον κτίριο κατασκευάστηκε το 1908-24, στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, μετά από την πρωτοβουλία της δραστήριας Cyprus Museum Committee. Στο διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό που προκηρύχθηκε τότε, προκρίθηκε η πρόταση του αναστηλωτή της Ακρόπολης Νικόλαου Μπαλάνου με γνώμονα τη “δωρικότητα και την επεκτασιμότητα” της πρότασης αλλά και με σειρά παρατηρήσεων εκ μέρους της κριτικής επιτροπής γενικά και του George Jeffery ιδιαίτερα, Επιμελητή Αρχαίων Μνημείων Κύπρου. Ο Βρετανός Αρχιτέκτων, διακεκριμένος μελετητής της νήσου και του πολιτισμικού της κεφαλαίου, είχε ήδη συμβάλει σημαντικά στην προώθηση της ιδέας δημιουργίας του Κυπριακού Μουσείου με στόχο τη φύλαξη, συντήρηση και ανάδειξη των αρχαιολογικών ευρημάτων που θα συγκέντρωνε σε αυτό το νεοσυσταθέν τότε Τμήμα Αρχαιοτήτων της αποικιοκρατικής διοίκησης. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρουν οι ερευνητές της μοντέρνας κυπριακής αρχιτεκτονικής Δέσποινα Πηλείδου και Κώστας Γεωργίου, 2  οι ενστάσεις του Jeffery αφορούσαν θέματα πρακτικά, όπως η πιθανή αδυναμία άμεσης επίβλεψης του έργου από τον Μπαλάνο λόγω απόστασης του ίδιου από τη Λευκωσία, αρχιτεκτονικά, όπως το υπερβολικό ύψος των αιθουσών και τα προβλεπόμενα υλικά, αλλά και ιδεολογικά, αναφορικά με τη συμβολική “ελληνικότητα” του πρόπυλου της πρόσοψης και της εν γένει αρχιτεκτονικής του μουσείου. Ο Jeffery χαρακτήρισε ελλιπή ως προς “τη γνώση του τόπου” την πρόταση Μπαλάνου και κατάφερε να αναλάβει, μάλλον αποκλειστικά, την αναγκαία, κατά τα φαινόμενα, συνθετική προσαρμογή και εφαρμογή της μελέτης.

 

Σελίδες από το έργο του Jeffery, Historic Monuments of Cyprus, στο https://archive.org/stream/cu31924028551319#page/n3/mode/2up.

Σελίδες από το έργο του Jeffery, Historic Monuments of Cyprus, στο https://archive.org/stream/cu31924028551319#page/n3/mode/2up.

Το ζήτημα είχε ήδη τεθεί με την επονομασία “Κυπριακό” δεδομένου ότι το περιεχόμενο του όρου έμενε ακόμα να προσδιοριστεί. Η πολυδιασπασμένη ιστορία της νήσου δημιουργούσε εξαρχής προβληματισμό γύρω από την πολιτισμική ταυτότητα της κυπριακής ιστορίας και αρχαιολογίας. Ταυτόχρονα, η Βρετανική διοίκηση όφειλε, ιδιαίτερα μετά την ένταξη της Κύπρου στα “πετράδια του στέμματος”, να αποδείξει ιστορικά τις δικές της πολιτικές διεκδικήσεις επί της νήσου εκτοπίζοντας ή αναστέλλοντας, παράλληλα τις όποιες ελληνικές ή άλλες ανταγωνιστικές στρατηγικές. Ο ρόλος του Jeffery στα αρχιτεκτονικά και αρχαιολογικά (ταυτισμένα καταρχήν εν πολλοίς) της Κύπρου υπήρξε αναμφίβολα κορυφαίος. Κατέγραψε και τεκμηρίωσε συστηματικά τον ιστορικό αρχιτεκτονικό πλούτο του νησιού, μελέτησε με οξύνοια και διορατικότητα ειδικά ζητήματα όπως η αναστήλωση του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Νικολάου Αμμοχώστου, ενώ σε ό,τι αφορά το Κυπριακό Μουσείο, ανέλαβε τελικά έναν τόσο ενεργό ρόλο που το έργο πρέπει μάλλον πλέον να χρεώνεται σε αυτόν. Αν και συνήθως χρεώνεται στον Jeffery η υλοποίηση και στον Μπαλάνο τη σχεδίαση του Μουσείου, η παρέμβαση του Βρετανού αρχιτέκτονα πρέπει να ήταν τόσο εκτενής που, ενδεχομένως, το μνημειακό πρόπυλο της εισόδου αποτελεί, επί της ουσίας, αποκλειστικά δική του επιλογή. Σε αυτό το συμπέρασμα, φαίνεται ότι συνεπικουρούν και οι σχετικές περιγραφές του ίδιου του Jeffery που ο Φωκαΐδης μελετά στην, αδημοσίευτη ακόμα, τρέχουσα έρευνά του. Το κατά Jeffery πρόπυλο του Μουσείου, όπως τελικά οικοδομήθηκε, αποτελεί εξαιρετική αφορμή διευκρίνησης των διαφορετικών στρατηγικών χρήσης του κλασικισμού. Τόσο μορφολογικά όσο και τυπολογικά αλλά και κατασκευαστικά (σε σχέση πχ. με την επιλογή υλικού) κάθε πρόπυλο δεν είναι ίδιο. Η αρχική εικαζόμενη πρόθεση του Μπαλάνου για ένα αμιγώς ελληνικό αρχιτεκτονικό σύμβολο (δυστυχώς δεν έχει διασωθεί) μετασκευάστηκε και ουδετεροποιήθηκε μέσα από την αντιμετώπισή του από το Βρετανό αρχιτέκτονα ως ένα καλλιτεχνικό-αρχιτεκτονικό ζήτημα-σύμβολο των συνθετικών αρχών που το γέννησαν, αν όχι και της διεθνούς αξίας και σημασίας της κλασικής αναφοράς για το σύγχρονο δυτικό πολιτισμό εν γένει. Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι και στην Ελλάδα ακόμα, ήδη από τις πρώτες μέρες της οικοδόμησης της νέας πρωτεύουσας του νεοκλασικού βασιλείου, της Αθήνας, η αναγέννηση της “Ελλάδας”, η μεταπήδησή της από τη σφαίρα των ιδεών στο χώρο και το χρόνο του πραγματικού, ήταν αντικείμενο δύο αντικρουόμενων όσο και στενά συνδεδεμένων αντιλήψεων: η μιας ιδέας παγκόσμιας και μιας ιδέα για τους Έλληνες. Ποιος είναι Έλληνας; Ο Greek Adam  ή ο Κλένθης. Η Αθήνα είναι ευρωπαϊκή (κατά τον Leo von Klenze) “υπόθεση” ή εθνική; Οι δύο διαστάσεις του κλασικισμού δεν είναι ταυτόσημες και, σε ακραίες περιπτώσεις, η μία φτάνει να αποκλείει την άλλη. Η διεθνιστική προσέγγιση της ελληνικότητας θα μπορούσε να αποκλείει την οποιαδήποτε τοπική εθνική διάσταση, όπως, ανάλογα, η εθνικιστική υιοθέτησή της στα πλαίσια της Μεγάλης Ιδέας οδήγησε σε αντιλήψεις εθνοκεντρικές ή ακόμα και ξενοφοβικές. Δε θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι, ακόμα και σήμερα, όπως είχε επισημάνει και στην αξεπέραστη μέχρι σήμερα μελέτη του για τη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική ο Δημήτρης Φιλιππίδης, 3  το ζήτημα αυτό δεν έχει απαντηθεί.

 

Heinrich Hubsch, πρόσφατη έκδοση του κειμένου του στα αγγλικά με τίτλο In What Style Should We Build? μαζί με τα κείμενα άλλων Γερμανών αρχιτεκτόνων της εποχής πάνω στην αναζήτηση του νέου γερμανικού ρυθμού. Εικόνα από τη μελέτη του και από εφαρμοσμένο έργο του πάνω στη νεο-ρωμανική δική του πρόταση (πρόκειται για το  Rundbogenstil που εφαρμόστηκε ακόμα και στην Αθήνα από Γερμανούς αρχιτέκτονες, βλ. Κτίριο Weiler-ενταγμένο σήμερα στο Νέο Μουσείο Ακρόπολης).

Heinrich Hubsch, πρόσφατη έκδοση του κειμένου του στα αγγλικά με τίτλο In What Style Should We Build? μαζί με τα κείμενα άλλων Γερμανών αρχιτεκτόνων της εποχής πάνω στην αναζήτηση του νέου γερμανικού ρυθμού. Εικόνα από τη μελέτη του και από εφαρμοσμένο έργο του πάνω στη νεο-ρωμανική δική του πρόταση (πρόκειται για το Rundbogenstil που εφαρμόστηκε ακόμα και στην Αθήνα από Γερμανούς αρχιτέκτονες, βλ. Κτίριο Weiler-ενταγμένο σήμερα στο Νέο Μουσείο Ακρόπολης).

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε την πρόσφατη παρουσίαση του Πέτρου Φωκαΐδη στο ΕΜΠ με τίτλο “Χρήσεις και Καταχρήσεις του Παρελθόντος: Αρχιτεκτονική και Πολιτική στην Αποικιακή Κύπρο 1878-1940” στα πλαίσια των διαλέξεων του Σπουδαστηρίου Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του ιδρύματος, παρουσίαση που αποτέλεσε το έναυσμα και την κύρια πηγή της σημερινής ανάρτησης, άνοιξε ένας θερμός διάλογος περί της βαρύτητας του ιδεολογικού άξονα ως εργαλείο ερμηνείας της αρχιτεκτονικής και πολιτισμικής πρακτικής εν γένει. Όπως εύστοχα επισήμαναν τόσο ο εισηγητής της βραδιάς όσο και πολλοί παριστάμενοι, όπως ο Καθηγητής Μανόλης Κορρές, το ζήτημα είναι αν στην αρχιτεκτονική τα πολιτικά και ιδεολογικά διακυβεύματα παίζουν κυρίαρχο ρόλο και, υπ’ αυτήν την έννοια, την καθιστούν ένα πεδίο διαπραγμάτευσης ιδεών και πρακτικών. Ο Κορρές αναζήτησε άλλες συντεταγμένες στις οποίες θα μπορούσε να εφαρμοστεί η αντίστοιχη προβληματική, προτείνοντας καταρχήν την Ιταλοκρατούμενη Ρόδο. Αναζήτησε ταυτόχρονα τα όρια μιας ανάλογης προσέγγισης, επικαλούμενος και το “Σε ποιο Ρυθμό πρέπει να Κτίζουμε;”¨του Heinrich Hubsch. 4 Ήδη βέβαια, η αναφορά στο Γερμανό αρχιτέκτονα δε φαίνεται να επιτρέπει να ξεπεράσουμε το σκόπελο της ιδεολογίας δεδομένου ότι το τελικό επιχείρημα στο οποίο κατέληξε μια μακρά συζήτηση, γύρω από αυτό το κείμενο, στη Γερμανία του 19ου αιώνα ήταν το εξής παράδοξο όσο και διαφωτιστικό: η “γερμανική” αρχιτεκτονική δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε πάνω στην ελληνική (την αρχαία εννοούμε), ούτε τη ρωμανική, ούτε τη γοτθική ή κάποιον άλλο ιστορικό ρυθμό. Αυτό που σηματοδοτεί την έννοια της γερμανικότητας θα είναι η ίδια η καταδήλωση της “ποιότητας κατασκευής”∙ η έκφραση της τεκτονικής διάστασης της αρχιτεκτονικής ως σύμβολο της γερμανικής κουλτούρας και τεχνικής. Η οικοδομική λοιπόν ως στυλ, ιδέα που καταρρίπτει κάθε προσπάθεια περιορισμού του προβλήματος εντός της ‘αθώας’ αρχιτεκτονικής και μετατοπίζει την ίδια την αντικειμενικότητα της τεχνικής στα θολά νερά της ιδεολογίας. Η τοποθέτηση του Κορρέ μας επιτρέπει μολαταύτα, κλείνοντας το τελευταίο αυτό σημείωμα, να αναδιατυπώσουμε το αρχικό ερώτημα ακολουθώντας τον ακόλουθο συμπερασματικό συλλογισμό. Η επιλογή του κατάλληλου ρυθμού είναι ένα ζήτημα που απαντά όχι μόνο σε ιδεολογικές προτεραιότητες αλλά και σε εγγενώς αρχιτεκτονικές “πρακτικές” παραμέτρους: οικονομία, ευελιξία της κάτοψης, κλιματικοί παράγοντες, διαθέσιμα υλικά και οικοδομική τεχνογνωσία κ.ά. Ταυτόχρονα, όμως, το νόημα ενός ρυθμού δεν είναι παγιωμένο. Εξελίσσεται και αναδιατυπώνεται ιστορικά από εποχή σε εποχή. Το ίδιο ‘στυλ’ δεν είναι ‘ίδιο’ όταν το επικαλείται ο Αλμπέρτι, ο Σίνκελ, ο Λε Κορμπυζιέ ή ο Βεντούρι. Συνεπώς, ακόμα και η όποια ερμηνεία προηγούμενων αρχιτεκτονικών πρακτικών και επιλογών είναι κομμάτι της εποχής στην οποία αρθρώθηκε. Ίσως λοιπόν, η μεγαλύτερη αξία της συζήτησης που αναζωπυρώθηκε εκείνη την παγωμένη νύχτα στη φιλόξενη εκσυγρονισμένη αίθουσα του κτιρίου του Λύσσανδρου Καυταντζόγλου να βρίσκεται στις αξίες και τις ανάγκες της δικής μας εποχής και, παραφράζοντας όπως και ο Φωκαΐδης τους ανεπίκαιρους στοχασμούς του Νίτσε,… στις “τραχιές δικές της ανάγκες”.5 Οι ρυθμοί θα είναι πάντα αθώοι. Εμείς δεν μπορούμε να πείσουμε ως προς αυτό αν δεν ξεκαθαρίσουμε τουλάχιστον τις προ-θέσεις μας.

 


 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. 1. Βλ. για περισσότερα: Σκαλτσά, Μ., Τζώνος, Π., ¨Με αφορμή τη συζήτηση για το Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Κύπρου: η μουσειολογική διάσταση”, στο: ΕΝ ΧΩΡΩ ΤΕΧΝΗΕΣΣΑ: Τιμητικός τόμος για την Ξανθίππη Χόιπελ, Τμ. Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη: 2010 και Παναγή, Π. και Χριστοδουλίδης, Μ. (επιμ.), “editorial”, στο: ΑΡΧΕΙΟ: περιοδικό του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Κύπρου, τ.3, Ιαν. 2008, σ.9.
  2. 2. Βλ. το εξαιρετικό άρθρο: Pyla, P, Phokaides, P., “Architecture and Modernity in Cyprus,” EAHN Newsletter No 2/09 [Newsletter of the European Architectural Historians Network], May 2009 στο οποίο η σχέση αρχιτεκτονικής ιδεολογίας στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού και του μοντερνισμού αναπτύσσεται ιστορικά. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με το εν λόγω κτίριο, τον Jeffery και την αρχιτεκτονική στην Κύπρο την περίοδο της Αγγλοκρατίας, βλ. επίσης: Georghiou, C. (2013), British colonial architecture in Cyprus: The Architecture of the British Colonial Administration, 1878-1960, Lefkosia: En Tipis publications, 104-113 και Pilides, D., (2009), George Jeffery: His Diaries and the Ancient Monuments of Cyprus, V1, V2, Nicosia: Department of Antiquities, Cyprus Government.
  3. Στην εισαγωγή του βιβλίου Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, Αρχιτεκτονική θεωρία και πράξη (1830 – 1980) σαν αντανάκλαση των ιδεολογικών επιλογών της νεοελληνικής κουλτούρας οποίο η σχέση αρχιτεκτονικής ιδεολογίας στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού και του μοντερνισμού, ο Δημήτρης Φιλιππίδης θέτει την εξέταση της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής πάνω στον άξονα του λεγόμενου “ελληνορωμέικου διλήμματος”, αναδεικνύοντας τη διαρκή πολιτισμική ακροβασία που έχει στοιχειώσει τη σύγχρονη κουλτούρα μας γενικότερα.