Image Image Image Image Image Image Image Image Image Image
Scroll to top

Top

ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΩ… ΕΦΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑΚΙΑ

ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΩ… ΕΦΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑΚΙΑ
Phidias Pavlides

του Φειδία Παυλίδη

 

 

 

Είπα να μην γκρινιάζω, αλλά το τι βλέπω καθημερινά γύρω μου δε με αφήνει να το τηρήσω. Φέτος ακόμα και το πρώτο μακροβούτι επιφύλασσε εκπλήξεις. Δε φτάνει που το φετινό καλοκαίρι άργησε να έρθει (κάτι σαν τον κυπριακό Μοντερνισμό και αυτό), το πρώτο μακροβούτι με γέμισε με λύπη και σκέψεις. Κάνω συνήθως τη βουτιά μου αργά το απόγευμα εκεί, στην παραλία του Αγίου Τύχωνα, κοντά στην Αμαθούντα. Μετά την ανάδυση βάζω στόχο το ξενοδοχείο Amathus και κολυμπώ προς ανατολάς με τον ήλιο να δύει πίσω μου (Ναι, είμαι ένα λεμεσιανό δελφίνι!). Με το που βγάζω το κεφάλι από το νερό, στο φετινό πρώτο μακροβούτι, βλέπω κάτι να λαμπυρίζει στη δυτική «τυφλή» όψη του Amathus. Εφτά τετραγωνάκια να λαμπυρίζουν πάνω στην «τυφλή» όψη από εμφανές μπετόν. «Τι να είναι άραγε; Μήπως γιορτάζουν κάτι και στόλισαν τις όψεις; Αποκλείεται να άνοιξαν παράθυρα σε αυτή την όψη. Δεν είναι τόσο αδαείς ή βέβηλοι!». Και άλλες παρόμοιες σκέψεις, μέχρι που βγήκα από το νερό, περπάτησα γυμνόπους επί του «δαλικόστρωτου» παραλιακού πεζοδρόμου, πήγα κοντά και είδα με τα μάτια μου το «έγκλημα» που είχε συντελεστεί. Ναι, είχαν ανοίξει παραθυράκια και μάλιστα εφάρμοσαν κουφώματα από σταθερά φυλλαράκια αλουμινίου τα οποία αντανακλούσαν το φως του ήλιου που δύει. Για σαράντα χρόνια άντεξαν χωρίς παράθυρα, σεβόμενοι την αρχιτεκτονική του κτηρίου, αλλά τώρα έκριναν (Ποιος άραγε;) πως ο μόνος τρόπος για εξαερισμό είναι να ανοίξουμε παραθυράκια (Λες να είναι κανένας χάους-κίπερ που έκανε το παράπονο για ελλιπή εξαερισμό;) . Για να καταλάβει κανείς πόσο άσχετη με την αρχιτεκτονική λογική του κτηρίου ήταν αυτή η κίνηση δίνω στη συνέχεια μια μικρή περιγραφή του αρχιτεκτονήματος (Σε σοφτ αρχιτεκτονική γλώσσα. Μη μου αγχωθείτε και φύγετε!).

 


Εφτά τετραγωνάκια να λαμπυρίζουν πάνω στην «τυφλή» όψη από εμφανές μπετόν. «Τι να είναι άραγε; Μήπως γιορτάζουν κάτι και στόλισαν τις όψεις;


Το ξενοδοχείο αυτό, λοιπόν, ξεχώριζε πάντα (και έχει αποτυπωθεί και στη συλλογική μνήμη έτσι) για τις καθαρές γραμμές του, τόσο στην κάτοψη όσο και στις όψεις. Δύο «τυφλοί» υπερμεγέθεις κάθετοι «πλίνθοι», σε ανατολή και δύση, από εμφανές μπετόν, «γέρνουν» προς την ακρόπολη της Αμαθούντας και περικλείουν ανάμεσά τους όλους τους χώρους του ξενοδοχείου, οι οποίοι κλίνουν και αυτοί προς το βορρά. Οι «τυφλές» όψεις από εμφανές μπετόν, σε ανατολή και δύση, ίσως να είναι και οι πλέον χαρακτηριστικές  του κτηρίου. Το τριγωνικό τους σχήμα, και η υλικότητά τους, έχουν αναφορές στο βραχώδες βουνό κοντά στο οποίο εντάσσεται το κτήριο, καθώς και αναφορές στο γράμμα «Α», το πρώτο γράμμα του ονόματος Amathus. Οι δύο αυτοί κάθετοι «πλίνθοι» δείχνουν να εξυπηρετούν και μια στατική λογική (αληθινή ή ψεύτικη), σαν  μεγάλες κολόνες που στηρίζουν το υπόλοιπο κτήριο που αναπτύσσεται ανάμεσά τους σαν μια μεγάλη δοκός.

 


Πώς δείχνουμε το σεβασμό μας, λοιπόν, σε αυτό το ιστορικό κτήριο; […] Ποιος προστατεύει την ιστορική πλέον αξία αυτών των κτηρίων;


 

Ποιος λοιπόν θα τολμούσε να αλλοιώσει αυτές τις όψεις ανοίγοντας παραθυράκια για εξαερισμό; To ξενοδοχείο Amathus είναι από τα αξιολογότερα δείγματα κυπριακού Μοντερνισμού που έχει η Λεμεσός, και η Κύπρος. Κτίστηκε το 1973 με αρχιτέκτονες το Φώτη Κολακίδη και το αμερικάνικο γραφείο TAC. Το TAC (The Architects’ Collaborative) ήταν το αρχιτεκτονικό γραφείο που ίδρυσε ο Walter Gropius στην Αμερική το 1945. Πώς δείχνουμε το σεβασμό μας, λοιπόν, σε αυτό το ιστορικό κτήριο; Ποιος μπορεί να μας καθησυχάσει ότι το επόμενο βήμα δε θα είναι να επιχρίσουν το εμφανές μπετόν με σομόν γραφιάτο (παίζει και σε ώχρα); Ποιος προστατεύει την ιστορική πλέον αξία αυτών των κτηρίων;

 

Η δυτική «τυφλή» όψη του Ξενοδοχείου Amathus, στη Λεμεσό, με τα προσφάτως ανοιχθέντα παραθυράκια, © Φειδίας Παυλίδης, 2014

Η δυτική «τυφλή» όψη του Ξενοδοχείου Amathus, στη Λεμεσό, με τα προσφάτως ανοιχθέντα παραθυράκια, © Φειδίας Παυλίδης, 2014

Και τα ερωτήματα δεν έχουν τελειωμό. Τι ώθησε, τη δεκαετία του 1970, τους τότε ιδιοκτήτες να καλέσουν τόσο αξιόλογους αρχιτέκτονες για να αναλάβουν τα σχέδια του ξενοδοχείου που θα ανήγειραν; Και γιατί στην πορεία οι συνεχιστές (και οι σημερινοί μέτοχοι) έδειχναν να μην αντιλαμβάνονται πλήρως την αξία του κτηρίου που παρέλαβαν; Γιατί τότε είχαμε μεράκι, και καλούσαμε τους καλύτερους να αναλάβουν τις τουριστικές μας αναπτύξεις (αφήνοντας στο νησί κτήρια που αποτελούν έξοχη μοντερνιστική κληρονομιά), ενώ στη συνέχεια προχωρήσαμε με τουριστικές αναπτύξεις με αρχιτεκτονική τύπου Ντίσνεϊλαντ και με αισθητική σκηνικού θεάτρου καμωμένου από σουβά;

 


Σε τούτη την πόλη δεν έχουμε ούτε Ικτίνο, ούτε Καλλικράτη, ούτε Πικιώνη. Έχουμε μόνο ένα  Gropius (κατά κάποιο τρόπο). Και όμως τον «πληγώνουμε» κάθε τόσο.


 

Μήπως ήταν απλώς θέμα τύχης το ότι είμαστε περήφανοι για τα ξενοδοχεία μας του 1960 ή του 1970, ενώ ντρεπόμαστε να περηφανευτούμε για τις τουριστικές μας αναπτύξεις που λαμβάνουν χώρα μισό αιώνα μετά; Μπορεί και να ήταν, πράγματι, θέμα τύχης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο παππούς μου (ο μητροπάτοράς μου) αποφάσισε να μετοικήσει από τα «σπίθκια μας κάτω εις την Πλατείαν Ηρώων» και να ανεγείρει «νέαν μοντέρναν οικίαν» στην τότε καινούργια συνοικία της Αγίας Ζώνης, στη Λεμεσό. Κάλεσε τότε το Φώτη Κολακίδη, γνωστό αρχιτέκτονα της εποχής, να εκπονήσει αρχιτεκτονικά σχέδια. Δε θα έλεγα ότι ο παππούς είχε καμιά ιδιαίτερη αρχιτεκτονική παιδεία. Έδειξε απλώς εμπιστοσύνη σε ένα αρχιτέκτονα που στη συνέχεια θα περνούσε στην ιστορία ως ένας εκ των πρωτοπόρων του κυπριακού Μοντερνισμού. Ήταν περίπου θέμα τύχης. Το ίδιο τελικά ίσως να συνέβηκε και με το Amathus. Να είναι περίπου θέμα τύχης το ότι οι τότε ιδιοκτήτες (χωρίς να έχουν ιδιαίτερη αρχιτεκτονική παιδεία) χάρισαν στη Λεμεσό ένα λαμπρό δείγμα Μοντερνισμού, ενώ στη συνέχεια, οι σημερινοί επιχειρηματίες του τουρισμού, προτίμησαν αισθητικές τύπου «πως να φτιάξω κυπρο-γοτθική καμάρα από σουβά;» ή του τύπου «σομόν να βάψουμε τον τοίχο, να κάνει αντίθεση με την κυπριακή πέτρα» (εν έτει 2014, παρακαλώ!).

Το πρώτο μπάνιο του καλοκαιριού με γέμισε με σκέψεις και ερωτήματα. Αυτό είναι το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά. Στη συνέχεια άρχισα να σκέφτομαι τα όσα «τράβηξε» το καημένο το Amathus κατά τη διάρκεια της ζωής του. Περίτεχνα βοστωνέζικα μεταλλικά παβίλιονς που είχαν επικολληθεί στις όψεις του (αφαιρέθηκε στην πρόσφατη ανακαίνιση), άσχετες επενδύσεις, κακόγουστα «γυψοσανιδώματα», και τόσα άλλα, παρόμοια με τα βάσανα που υπέστησαν και άλλα μοντερνιστικά ξενοδοχεία του νησιού μας. Τη δεκαετία του 1980 ή του 1990 αποφάσισαν να αρχίσουν να αφαιρούν το τόσο χαρακτηριστικό πάτωμα των δημοσίων χώρων του. Αυτό από μαρμαρίνη καμωμένη με μαύρο μάρμαρο της Καντάρας. Έπρεπε βλέπετε να προσθέσουμε στο δάπεδο πλαίσια από γρανίτη Ρόζα Μπέτα και Ρόζα Πορίνιο, για να συμβαδίζουμε με τη αισθητική του κάθε νεοπλουτίστικου «παλατιού» που κτιζόταν τότε στους Καλογήρους (= λόφος της Λεμεσού). Αλλάχτηκαν και τα παλαιά αλουμίνια κουφώματα (αλλά πες αυτό ήταν για λόγους ηχομόνωσης και θερμομόνωσης). Σε κάποια φάση, πρόσφατα, οι κατά καιρούς προσθήκες και αλλοιώσεις αφαιρέθηκαν σχεδόν όλες και το ξενοδοχείο υπέστη ολική ανακαίνιση (εσωτερικά). Φίλοι αρχιτέκτονες έχουν τις επιφυλάξεις τους για την προσέγγιση που ακολουθήθηκε. Δεν μπορώ να την κρίνω εδώ διεξοδικά. Αυτό που μπορώ να πω, όμως, είναι πως φαίνεται ότι αυτοί που ανέλαβαν την ανακαίνιση έδειξαν, τουλάχιστον, να έχουν επίγνωση της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής αξίας του κτηρίου που θα ανακαίνιζαν.

Και ενώ έκανα αυτή την αναδρομή, μέσα στο μυαλό μου, προχωρούσα προς την ανατολική όψη του ξενοδοχείου, για να δω αν και εκεί άνοιξαν παραθυράκια. Φτάνω. Αλίμονο! Ακόμα εφτά παραθυράκια. Τελικά είναι δεκατέσσερα τα παραθυράκια που καταγγέλλω. Όντας σε εκείνη τη μεριά του ξενοδοχείου θυμήθηκα και την ακαλαίσθητη προσθήκη κουζίνας και αποθηκών που είχε γίνει παλαιότερα σε εκείνη την όψη (την τόσο χαρακτηριστική όψη του ξενοδοχείου).

 

Η ανατολική «τυφλή» όψη του Ξενοδοχείου Amathus, στη Λεμεσό, © Φειδίας Παυλίδης, 2014

Η ανατολική «τυφλή» όψη του Ξενοδοχείου Amathus, στη Λεμεσό, © Φειδίας Παυλίδης, 2014

Και οι εκπλήξεις δε σταμάτησαν εκεί. Στην πορεία μου από τα παραθυράκια που βλέπουν τη δύση σε αυτά που βλέπουν την ανατολή, το μάτι μου έπεσε και πάνω στο μόλις πρόσφατα ανακαινισμένο «Λιμανάκι», την περίφημη ψαροταβέρνα του Amathus. Αλίμονο! Θα γλίτωνε το «Λιμανάκι»; Έπρεπε να μοιάσει και αυτό με παραθαλάσσιο κλαμπ του συρμού, από αυτά που γέμισε η παραλιακή. Το ξύλινο ντεκ έφτασε και περίσσεψε για το πάτωμα και γύρισε προς τα πάνω, εν είδει σκηνικού αρχαίου θεάτρου, για να «κρύψει», δυστυχώς, τον αξεπέραστο μοντερνιστικό όγκο του ξενοδοχείου. Ξέρουν, τελικά, αυτοί οι άνθρωποι με τι έχουν να κάνουν; Τι αξία έχει αυτό το κτίσμα μπροστά στο οποίο φυτεύουν στύλους και τεντώνουν πανιά με τόση ευκολία;

Νυχτώνει. Θα στεγνώσει το μαγιό πάνω στο σώμα μου και θα την αρπάξω καλοκαιριάτικα. Επιστροφή χωρίς σκέψεις.

 

Το «Λιμανάκι». Η περίφημη ψαροταβέρνα του Ξενοδοχείου Amathus, μετά την πρόσφατη «ανακαίνισή» της, © Φειδίας Παυλίδης, 2014

Το «Λιμανάκι». Η περίφημη ψαροταβέρνα του Ξενοδοχείου Amathus, μετά την πρόσφατη «ανακαίνισή» της, © Φειδίας Παυλίδης, 2014

ΕΝ ΕΙΔΕΙ ΕΠΙΜΕΤΡΟΥ: Στη Λεμεσό, κοντά στη ΝΑΑΦΙ, υπάρχει μια περιοχή όπου οι οδοί φέρουν ονόματα διάσημων αρχιτεκτόνων. Η οδός «Ικτίνου» κυλά παράλληλα με την οδό «Καλλικράτη» για να συναντήσουν τη «Φειδίου» (Ο Φειδίας δεν ήταν αρχιτέκτονας, αλλά, σύμφωνα και με τον Le Corbusier, δε θα ξέραμε κανένα Ικτίνο ή Καλλικράτη, αν δεν υπήρχε ο Φειδίας. Επομένως, δικαιούται ένα δρόμο, και μάλιστα με μεγαλύτερο μήκος από αυτούς που φέρουν τα ονόματα των επίσημων αρχιτεκτόνων του Παρθενώνος!). Ένας μικρός δρόμος φέρει το όνομα του πατέρα του ελλαδικού Μοντερνισμού, Δημήτρη Πικιώνη (Ο Πικιώνης καταφέρνει, μέσα σε μια Αθήνα πνιγμένη στο γερμανόφερτο Νεοκλασικισμό να «μιλήσει», μετά από πολύ καιρό, ξανά «ελληνικά» με εργαλείο, μάλιστα, όχι μόνο πεντελικά μάρμαρα αλλά και μπετόν μπρουτάλ!). Έκπληξη προκαλεί το ότι ο ονοματοθέτης θυμάται και τιμά τον πλέον υποβαθμισμένο (αδίκως) του Μοντερνισμού, Erich Mendelson με μια οδό. Στον αξιολογότερο αρχιτέκτονα του περασμένου αιώνα, τον Le Corbusier, δικαιωματικά, αφιερώνεται ένας μεγάλος δρόμος. Αλλά η πιο μεγάλη οδός αφιερώνεται στον Gropius. Τυχαίο; Δεν ξέρω. Λες να γνώριζε ο ονοματοθέτης πως ο Gropius είναι ο μόνος από τους προαναφερθέντες διάσημους αρχιτέκτονες που είχε μια σχέση (έστω έμμεση) με την πόλη μας; Και αν το γνωρίζαμε, πέρα από το να δίνουμε ονόματα σε οδούς, με ποιους ουσιαστικούς τρόπους τιμούμε, ως πολιτεία, ένα άνθρωπο (τον Gropius) που έστω με έμμεσο τρόπο συνδέεται με την πόλη μας; Είχαμε την τύχη ως Λεμεσιανοί να έχουμε συμπολίτη (και για μια περίοδο και δήμαρχο) ένα εκ των πρωτοπόρων του κυπριακού Μοντερνισμού που υπήρξε μαθητής του Gropius. Και όχι μόνο αυτό. Το πιο φημισμένο ξενοδοχείο της πόλης, το Amathus, σχεδιάστηκε (το 1973) από το μαθητή αυτό του Gropius, σε συνεργασία, μάλιστα, με το TAC, το αρχιτεκτονικό γραφείο που ίδρυσε ο Gropius το 1945 στην Αμερική. Και τι κάνουμε εμείς; «Πληγώνουμε» αυτό το κτήριο κάθε λίγο, δείχνοντας πως δεν αναγνωρίζουμε την αρχιτεκτονική και ιστορική του σπουδαιότητα. Σε τούτη την πόλη δεν έχουμε ούτε Ικτίνο, ούτε Καλλικράτη, ούτε Πικιώνη. Έχουμε μόνο ένα  Gropius (κατά κάποιο τρόπο). Και όμως τον «πληγώνουμε» κάθε τόσο.

 

Το Ξενοδοχείο Amathus, στη Λεμεσό, © Φειδίας Παυλίδης, 2014

Το Ξενοδοχείο Amathus, στη Λεμεσό, © Φειδίας Παυλίδης, 2014

* Για το άρθρο αυτό χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία και πληροφορίες από το βιβλίο του Τμήματος Πολεοδομίας & Οικήσεως με τίτλο «Μαθαίνοντας από την Κληρονομιά του Μοντέρνου» (2009), καθώς και από το αφιέρωμα που έκανε το περιοδικό «αρχιτέκτονες + μηχανικοί», του Συνδέσμου Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Κύπρου, στο Φώτη Κολακίδη.